Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

το μόνο που έχουμε είναι η μνήμη μας

έφτασα σπίτι
δεν ήξερα αν ήθελα να πεθάνω από χαρά
ή να πεθάνω σκέτο
 
έψαχνα να βρω τον εαυτό μου
αλλά αυτά τα πεδιλάκια δε βοηθούσαν 
καθόλου
έψαχνα να βρω τον εαυτό μου
αλλά τα καινούρια μου μαλλιά
με μπέρδευαν
έψαχνα να βρω κάτι παλιό
να θυμηθώ
τι σκεφτόμουν στα μεσοδιαστήματα
άλλα δεν είχα πια
μνήμη
έψαχνα να βρω τον εαυτό μου
σε απογευματινές συνήθειες
αλλά δυσκολευόμουν
να διακρίνω το απόγευμα

επίσημη ανακοίνωση
εσωτερικής αυτάρκειας

 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

το ξυπνημα του καλοκαιριου

αν ηταν αλλη η στιγμη θα σου έλεγα τίποτα,
όλα όπως τα ξέρεις
και τίποτα δε θα ταν όπως το ξέρεις,
και τα ματια μου θα κοίταζαν μια πίσω μια δεξια σου
καθόλου εσένα
ουτε θα σε ακουγα
κανένας δεν αξίζει αυτή την προσοχή των ματιών,
ενα προκλητικό γεγονος
αλλά όχι παντα γεγονος.
στις συναντήσεις τους που με προσκαλούν,
αναρωτιέμαι αν μιλάνε
πέρα απ τον δεδομένο σχολιασμό και τις χωροταξικες ανακατατάξεις των αντικειμενων,
κατα καιρους.
και υστερα πίνουμε ή καπνιζουμε
ή και τα δυο.
και υστερα πάλι το ίδιο,
κι όσο παει μειώνεται η συμμετοχη μου,
ώσπου τους λέω καληνύχτα.
Θα μπορούσαμε να μιλάμε για
χειμερία ναρκη
ή για επαναπροσδιορισμό του εαυτού
μέσω της αδράνειας.
η αδερφή μου θα έλεγε οτι αυτό ηταν δημιουργική ασάφεια,
κι εγώ θα της έλεγα οτι μάλλον έχει δίκιο γιατί η κατασταση περιγράφεται και με μια λεξη:
τίποτα.
Είπα να στείλω μήνυμα,
έστειλα αλλά δεν είπα,
ειπα να γράψω ενα γράμμα
αλλά μετα σκέφτηκα μπαναλ,
αφού θα είναι χωρις στοχο.
ξέχασα να ρωτάω,
αναρωτιέμαι αν είναι φυσιολογικο να χαιρετας ολους σου τους γνωστούς στο δρόμο, ή αν εγώ είμαι αχάριστη
και δηλαδή πως γίνεται να μη βαριέσαι ποτε να τους μιλήσεις και να τους μιλάς και στο τηλέφωνο σαράντα πεντε λεπτα τουλαχιστον;
παντα. αυτό το παντα ανα πάσα στιγμη με μπερδεύει με τους γνωστούς,
τη μια είναι άγνωστοι γιατί κανεις πως δε τους βλέπεις στο δρόμο και την αλλη φιλοι γιατί κάθεσαι και τους λες τα νέα σου.
ντεμι τουλαχιστον, σαν τη θεωρια του μεσου ορου

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

μαύρα μάτια

αυτά που δε μου είπες, είναι φωτεινά καλώδια μπερδεμένα μέσα μου
κι αυτά που είπες, ξεφτισμένες προσπάθειες πάνω μου
σαν δέρμα που έφτασε τόσο κοντά στην λήθη 
κι ύστερα τραντάχτηκε στον ύπνο του

δε ξέρω γιατί σου είπα εντάξει
δε ξέρω γιατί σε άφησα να μη νιώσεις τύψεις
και στα συγνώμη σου έλεγα δε πειράζει
δε ξέρω γιατί άπλωσα το χέρι μου να σε αγγίξω
σα να ήθελα να σε αγαπήσει αυτό το χέρι
σα να συνυπέγραφα σε κάθε σου παράνοια
με ένα χάδι
δε ξέρω γιατί προσπάθησα να σου δείξω 
τον ήλιο, 
όταν το έβλεπες το νερό να σε έχει κρύψει
ως τα γόνατα
δε ξέρω γιατί σου είπα εντάξει
και γιατί ήθελα να προσπαθήσουμε
μαζί
γιατί άφησα τον ενικό σου να 
νιώσει καλά

*τουλάχιστον ας μπορούσες να με κάνεις να κλάψω να έρθει βραχυκύκλωμα στα μπερδεμένα καλώδια

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

νύχτες

στο μαγαζί δίπλα στη θάλασσα
στα ελαττωματικά μου μάτια ήμασταν οι δυό μας
να σκάνε φούσκες γαρίδας στο στόμα μας
κι εσύ να γελάς όμορφα
ξέχασα τι ήθελα να σου δείξω και σου έδειξα εμένα
οι μέρες μας θέλουν να περάσουν αργά
ήρεμα, χωρίς παπούτσια,
ανάμεσα σε χρωματιστά δέντρα και
άδειους δρόμους

Κυριακή 31 Μαΐου 2015



θυμώνω μαζί σου και μου αρέσει, δε θέλω να σκεφτώ τις δύσκολες ερωτήσεις και κυρίως τις δύσκολες απαντήσεις, καμία δικαιολογία μόνο άμυνα και άμυνες γιατί στις συγκρίσεις υπάρχει διακριτή διαφορά, καλημέρα καληνύχτα, τα μάτια μου παραμένουν κοιμισμένα τρεις μέρες τώρα κολλημένα ή κλειστά, δε πειράζει που δε φτάνω αρκεί να αναγνωρίζεται η συναίνεση, αυτό ήθελα να σου πω


Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

17. Εξορία

εκείνοι που με έκαναν μωβ και άναβα τσιγάρο μόνο για τις ανάσες τους
δυσκολεύομαι να γίνω μωβ και τα τσιγάρα μου ανάβουν και σβήνουν από μόνα τους 
όσα μας συμβαίνουν σήμερα και αύριο
δεν θα έχουν καμία σημασία πέρα απ' την αφέλεια του τώρα
η αναμονή μας να είναι γλυκιά σαν γάλα με μέλι
η πίκρα μας να είναι πικρή και μετρημένη
οι μέρες μας, ολόκληρες
ο ύπνος μας, ήσυχος και σιωπηλός

είσαι μακριά κι απρόσιτα
εσύ που τυχαίνει να έχεις το όνομα σου
ο άγνωστος χ κι εσύ
δε σου είπα τίποτα που δεν ήθελα να πω
δεν ήθελα να σου πω τίποτα που δεν είπα
ο άγνωστος χ και οι ανησυχίες μου
παραπατάμε και -συνήθως- πέφτουμε