16 Μαρ 2017

όταν ξημερώνει στο χωριό

απλώσαμε τα δίχτυα κάτω από τα δέντρα
κρύος καθαρός αέρας μας ξημέρωνε 
ξύλινο το τραπέζι
άσπρο το δέρμα 
τα πόδια διψάνε για χώμα 
τα πόδια διψάνε για ζεστές πέτρες




6 Φεβ 2017

ναι βέβαια


να καίγομαι και να εξαντλούμαι και να καταναλώνομαι 
να γελάω με τα ανούσια που λες και να αναρωτιέμαι 

              
με λαδωμένα μαλλιά      και κλειστά μάτια          δε με τυφλώνει το φως                                             δε με τυφλώνει ο θυμός
θυσίασα τα μάτια μου για την ικανοποίηση
                                                                                     

τα ψέματα βγάζουν ρίζες      τυλίχτηκαν πίσω από τα μάτια       
και στο βάρος που πλακώνει

αλλά θα τα ξεριζώσω και θα σου χαρίσω μία γλάστρα να χεις να θυμάσαι


16 Ιαν 2017

12 Ιαν 2017

θερμό συσσωρευτες

ψαχνω, 
κατι ασήμαντο που θα χτυπήσει στη ρίζα,
που θα κάνει το θόρυβο,
που θα δαγκώσει τη συμπίεση
δεν ψάχνω τίποτα εδώ,
για να μη γίνω εδώ
πάλι στο σύστημα που αναλαμβάνει
κι όχι στο σύστημα που ακολουθεί
αλλά
εμείς
δεν
είμαστε
θερμοσυσσωρευτές

ή και να ειμαστε, πώς να το μάθουμε.
δεν θέλω να μιλήσω ειλικρινά,
μαγκώσαμε εκ των έσω
επιδιόρθωση της στιγμής
και πάντα αναβολές

το συστημα που ακολουθεί
το λέμε συντήρηση
αλλά ίσως δεν
είμαστε
θερμοσυσσωρευτές

θα με νανουρίσει ο ήχος που φοβάμαι
αφού ούτε αυτός ήταν αυτό που ψάχνω.

14 Νοε 2016

π#11

καταλαμβάνω τη συντριπτική πλειοψηφία του κοινού μας χώρου
με τετράδια, σημειώσεις, μολύβια, αναπτήρες, χαρτάκια στον καναπέ μας, 
μαζί με τα ρούχα και τον αναπαυτικά απλωμένο εαυτό μου

έρχονται και κουλουριάζονται στα μικρά κομμάτια ελεύθερου χώρου
με το δροσερό τους δέρμα και τα ζεστά τους μάτια
σκεπάζονται με τις κουβέρτες μας και μου δείχνουν αστεία βίντεο με φάρσες 
για να γελάσω, κι εγώ γελάω

μετά από διακριτική παρακίνηση ή εμφανή δυσφορία όλων των μελών
καθόμαστε να διαβάσουμε τα μαθήματα μας
εγώ παριστάνω την προσηλωμένη στον υπολογιστή 
ενώ ακούω συλλαβές ή λέξεις ανύπαρκτες

η νέα μας οικογένεια θυμώνει και γελάει
είναι αστεία και γεμάτη ευθύνες
κουράζεται ή ενθουσιάζεται
κλαίει και βγάζει καπνό απ' το στόμα ή τα αυτιά
η νέα μας οικογένεια πηγαίνει σε συνελεύσεις,
και μαγειρεύει μακαρόνια κι ας είναι οικογένεια.

13 Νοε 2016

για τις στιγμές που παγώνω ενώ θα έπρεπε να τρέχω


περιμένω πότε θα γεμίσω αιχμηρά δόντια 
κάτω απ το δέρμα και προς τα μέσα
περιμένω με την ηδονή της συναίσθησης
καμία κίνηση
για τον επικείμενο πόνο
καμία θλίψη
για τη δίκαιη κατάληξη.


περιμένω πότε θα καταλάβω [να γίνουμε αυτά που μας κόβουν στη μέση και γονατίζουμε μπροστά τους] περιμένω πότε επιτέλους θα *γαμώτο [να γίνουμε αυτά που μας καίνε τα μάτια αλλά μας κρατάνε στη ζωή με νύχια και με δόντια] περιμένω αυτό το γαμώτο να καρφώσει σαν σύρμα.


περιμένω ενώ κοιτάζω γενικά, ενώ ελπίζω να έχω άδικο, ενώ φοβάμαι μην με δουν, ενώ τρέμω μη με ξεχάσουν, ενώ δειλιάζω να *γαμώτο/ καλημέρα.




8 Οκτ 2016

με φωνή βραχνή και ματιά διστακτική

πού θα κρύψουμε την λύσσα μας 
όταν ξεμείνουμε από συλλογική ψυχή

χαρτάκι ρίζλα ασημένιο και φιλτράκι ολντχόλμπορν (πάρε μία μπάρα να χεις και για αργότερα)
καπνός οικείος κίτρινος (η επιθυμία για τσιγάρο είναι κοινή και δεν θα αφήσουμε κανέναν μόνο απέναντι της)
αναπτήρας αγορασμένος σε περιπτώσεις εξάντλησης κάθε λύσης (αναπτήρες από χέρι σε χέρι-μία διακίνηση που μας κρατάει συνένοχους)
η πρώτη τζούρα μυρίζει δάσος

αυτό που μέσα μου ζει 
αυτό που κρατάει τα δάχτυλα μου και τα στρέφει στο στόμα μου
αυτό που βάζω για ύπνο και με σέρνει για εκδίκηση 
αυτό που τρέχει ξυπόλητο και μου καρφώνει αγκάθια 
κάθεται ήσυχο και περιμένει τότε

θα φύγω και δε θα σου έχω πει τίποτα, μόνο στον (ξ)ύπνο μου όσες φορές σε έσωσα
και ξέπλυνα τις τύψεις
ο χρόνος είναι το αδύνατο σημείο μου και απλώνεται σαν σεντόνι άσπρο καθαρό
ή σαν μπλούζα βρεγμένη που πρέπει να φορέσεις
είναι μέρες που ξέρεις πώς θα κοιμηθείς λίγο
αλλά για τους άλλους
που βασανίζονται κάθε νύχτα
πάντα ξέρεις.
δεν έχουμε μάτια και νευρικό σύστημα
όπως φαίνεται, 
σιωπή στην αφή, πέτρα στην παρόρμηση,
ποιος έκαψε τα δάκρυα και μας ταΐζει τις στάχτες,
στράγγιξε το αίμα μας και πέτρωσε το γάλα;